Οι πιο «δικοί» μου άνθρωποι στον κόσμο… οι ποιητές που αγάπησα

Pierre-Auguste Renoir, Lecture (1890)

Ήμουν μοναχικό παιδί. Μοναχοπαίδι και μοναχοκόρη μεγάλων γονιών. Για φαντάσου… μέσα σε μια αράδα τρεις φορές έγλειψα τη λέξη «μοναξιά». Δύσκολο πράγμα και βαρύ για τους ώμους ενός παιδιού.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έβλεπα βιβλία και περιοδικά γύρω μου. Όλοι κάτι διάβαζαν. Κι ο πρώτος μου καημός ήταν πότε πια θα μπορώ κι εγώ να διαβάζω. Κι όλο μου λέγανε «άμα μεγαλώσεις». Και δεν μου άρεσε να μου διαβάζουν. Ήθελα να ‘χω τα δικά μου βιβλία. Κι ούτε ήταν οι ζωγραφιές μέσα στα παιδικά παραμύθια που μου τραβούσαν την προσοχή. Ήταν εκείνα τα μαγικά εξώφυλλα κάθε λογής βιβλίου με τους πίνακες ζωγραφικής ή τα παραμυθένια χρώματα – η παλέτα του ονείρου (μου). Ήταν κι εκείνα τα μαυριδερά διαολάκια μέσα στις σελίδες τους. Άλλα μικρά και πυκνά, άλλα μεγάλα που φάνταζαν τερατωδώς πελώρια στα παιδικά μου μάτια. Σαν εκείνα που στόλιζαν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων κι απορούσα γιατί έπρεπε να περιμένω να μεγαλώσω κι άλλο για να τα διαβάσω, αφού κανείς δεν έδειχνε να δυσκολεύεται την ώρα της ανάγνωσης.

Τα μεσημέρια με στέλνανε να κοιμηθώ κι εγώ δραπέτευα απ’ το κρεβατάκι μου και καθόμουν στην πόρτα του υπνοδωμάτιου της γιαγιάς μου, της πιο αγαπημένης θείας της μάνας μου, και κοίταζα με δέος τις εφημερίδες και τα βιβλία που έπαιρνε μαζί της στο κρεβάτι. Στην αρχή έκανε πως δεν μ’ έβλεπε κι ύστερα με λυπόταν να ξεροσταλιάζω στο κατώφλι και με μάζευε στα πόδια του κρεβατιού κι εγώ κοίταγα με μάτια ορθάνοιχτα την πίσω πλευρά του βιβλίου ή της εφημερίδας της και τη ρωτούσα τι λέει μήπως καταλάβω κάτι παραπάνω. Ώσπου μια μέρα με σπλαχνίστηκε, έβαλε μπροστά μου την εφημερίδα μες στο καταμεσήμερο στο κρεβάτι κι άρχισε να μου μαθαίνει ένα ένα τα γράμματα. Πρώτα τα κεφαλαία, μετά τα μικρά, πώς να τα γράφω και πώς να τα προφέρω και ξαφνικά ήξερα κι εγώ γράμματα. Το πρώτο μεγάλο όνειρο της ζωής μου έγινε πραγματικότητα αστραπιαία. Το πολύ σ’ ένα μήνα. Η γιαγιά που ήταν δασκάλα βρήκε την πιο καλή μαθήτρια που συνάντησε στη ζωή της, όπως έλεγε, κι εγώ την άγια χαρά μου – κι ήμουν μόλις 3,5 χρονών. Ο κόσμος των μεγάλων με τα πολλά φανταχτερά βιβλία δεν ήταν πια αποκλειστικά δικό τους προνόμιο κι εγώ πίστευα ότι, αφού έμαθα γράμματα, γρήγορα θα κατακτούσα το σύμπαν.

Ήμουν μοναχικό παιδί- μοναχοπαίδι και μοναχοκόρη μεγάλων σε ηλικία γονιών. Απ’ τον φόβο και τη λαχτάρα τους μην πάθω κάτι δεν μ’ άφηναν να βγαίνω έξω και να παίζω παρά ελάχιστες φορές, μην τυχόν ιδρώσω και κρυώσω. Κανείς δεν μ’ εμπόδιζε, όμως, να διαβάζω. Κι ας ίδρωνα πολύ περισσότερο πάνω στα βιβλία. Τα «καταβρόχθιζα» και ξαναμμένη έτρεχα στο επόμενο. Είχαμε βρει τη χρυσή τομή – στους μεγάλους αρέσει να βλέπουν τα παιδιά να διαβάζουν κι εγώ είχα την ησυχία μου. Αν ζητούσα να βγω με τους συμμαθητές μου γινόταν επανάσταση και καβγάς μεγάλος. Έλεγα ότι έχω διάβασμα (όχι για το σχολείο) κι επικρατούσε «άκρα του τάφου» σιωπή στο σπίτι για να μη μ’ ενοχλήσουν.

Ήμουν μοναχικό παιδί. Αλλά δεν ήμουν πια μόνη. Παρέα μου ήταν οι ήρωες των βιβλίων μου και φίλοι μου οι συγγραφείς τους. Στους παιδικούς μου εφιάλτες ερχόταν ο «Γεροστάθης» και μου μάθαινε να μη φοβάμαι κι ήταν κι εκείνος ο Γιοβάν από «Τα μυστικά του βάλτου» που πιανόμασταν χέρι χέρι και οργώναμε τον κάμπο των Γιαννιτσών. Βλέπεις, στα όνειρά σου κανείς δεν μπορεί να σ’ εμποδίσει να τρέξεις, να παίξεις και να ιδρώσεις όσο θες εσύ.

Κάποια στιγμή μέσα στα παιδικά μου βιβλία «έσκασε μύτη» η ποίηση. Θα ‘μουν περίπου 12 χρονών όταν μου κάνανε δώρο τα «Άπαντα» του Διονυσίου Σολωμού. Ηθικός αυτουργός και πάλι η πρώτη μου δασκάλα, η γιαγιά μου. Στα 13 μου είχα ήδη διαβάσει όλο το βιβλίο κάμποσες φορές.

Κι αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, στα 14 μου ακόμα, ήρθε στα χέρια μου άλλο πολύτιμο δώρο, την Πρωτοχρονιά του ’75. Ήταν η «ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως» του εκδοτικού οίκου Άγκυρα. Στρατιές άγνωστων για μένα ποιητών περνάγανε μπρος από τα έκπληκτα μάτια μου. Βλέπετε, η χούντα είχε φροντίσει να έχουμε ελάχιστους ποιητές στα αναγνωστικά μας και ποιήματα μόνο ηθοπλαστικού περιεχομένου, ει δυνατόν στην καθαρεύουσα και πρωτίστως ομοιοκατάληκτα. Κι εγώ, ξαφνικά, έβλεπα ότι ο κόσμος γράφει αλλιώς. Βέβαια, είχα ρίξει πρωτύτερα κάτι κλεφτές ματιές στις βιβλιοθήκες συγγενών όπου φιγουράριζαν ο Σεφέρης, ο Καβάφης, ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, αλλά οι άνθρωποι φρόντιζαν να με αποθαρρύνουν ώστε να μην τα διαβάσω μεσούσης της δικτατορίας και μου ξεφύγει πουθενά καμιά κουβέντα κι έχουμε άλλες ιστορίες.

Συνέχιζα να ‘μαι μοναχικό παιδί. Αλλά δεν ήμουν ποτέ μόνη. Με παίρναν απ’ το χέρι οι μεγάλοι μας ποιητές και με σεργιάνιζαν στα πέρατα του κόσμου, στα πιο απόκρυφα μονοπάτια του μυαλού και της ψυχής τους, σε κάτι σπηλιές ανήλιαγες μα τόσο φωτεινές μέσ’ απ’ τους στίχους τους.

Στις αρχές του 1975, λοιπόν, η χούντα είχε ήδη πέσει κι εκεί αρχίσαν όλα – δηλαδή ένα συνεχές και μονίμως ημιτελές δικό μου φλερτ με την ποίηση, μια σχέση αγάπης και μίσους, όπου οι φάσεις λατρείας προς την πεζογραφία και αδιαφορίας προς την ποίηση συνεχώς αντιστρέφονταν και διαδέχονταν η μία την άλλη. Κάποτε μεγάλωσα, ωρίμασα (τουλάχιστον στο θέμα αυτό) και οι δύο αυτές αγαπημένες μου μορφές γραπτού λόγου συμφιλιώθηκαν μέσα μου. Έκτοτε άρχισαν να συγκατοικούν αναίμακτα και ειρηνικά στα ράφια τόσο της βιβλιοθήκης μου όσο και της ψυχής μου.

Παραμένω μοναχικός άνθρωπος. Αλλά δεν είμαι ποτέ μόνη. Οι ποιητές που αγάπησα ήταν, είναι και θα είναι οι πιο «δικοί» μου άνθρωποι στον κόσμο και ποτέ δεν μου αρνήθηκαν τη συντροφιά τους. Ποτέ δεν έπαψαν να με παίρνουν απ’ το χέρι για να ταξιδέψουμε μαζί και να βρεθούμε πιο κοντά στο φως και τ’ όνειρο.

Παραφράζω συχνά τη λαϊκή ρήση για τους φίλους λέγοντας «δείξε μου τι διαβάζεις να σου πω ποιος είσαι». Και ξέρω τι διαβάζουν οι φίλοι μου και ποιοι είναι.

Τα ιστολόγιά μου αφορούν τους πιο δικούς μου ανθρώπους και απευθύνονται στους φίλους μου. Δεν θα ‘χουν διαφημίσεις, δεν θα ‘χουν εκτενή βιογραφικά και άλλες πρόσθετες κι ανούσιες πληροφορίες. Ανοίγω την ψυχή μου στους φίλους μου, παίρνω αγκαλιά τους πιο «δικούς» μου ανθρώπους και σας τους συστήνω έναν προς έναν. Χωρίς ταμπελάκια και φιοριτούρες – σκέτους. Όπως τους έκανε η μαμά τους κι όπως γεννήσαν οι ίδιοι τα δικά τους παιδιά, τα ποιήματά τους. Θα σας δείξω τα γραπτά των ανθρώπων που τους χρωστώ τις σκέψεις μου, τη στάση ζωής μου, την προσωπική μου αισθητική, τα συναισθήματά μου, την ίδια μου την υπόσταση και την αντοχή μου σ’ όλα τα δύσκολα ως τώρα.

Δεν θα μετρήσει ο αριθμός των δημοσιευμένων ποιημάτων ούτε ο αριθμός των ποιητών. Τι σημασία έχουν όλα αυτά τα νούμερα όταν μιλάμε για τους ανθρώπους που άφησαν κι αφήνουν ανεξίτηλο το σημάδι τους πάνω μου; Καμιά αξία δεν έχουν οι αριθμοί, καμιά αξία δεν έχουν οι λογοτεχνικές και φιλολογικές αναλύσεις κι οι ανθολογήσεις – εδώ μιλάμε για την ψυχή μας, τη δικιά μου την ψυχή, την ψυχή των φίλων μου και την ψυχή των ποιητών «μου».

Ο Ελύτης μού έμαθε τι θα πει να ζεις μ’ έναν ήλιο στην καρδιά, ο Σεφέρης τι θα πει να γράφεις απλά για να μπορείς να είσαι πολίτης του κόσμου, ο Θέμελης τι θα πει φως και έρωτας, ο Καβάφης τι θα πει Ιθάκη, η Καρέλλη τι θα πει ψυχή και ύπαρξη και πάει λέγοντας… ας μη σας φανερώσω από τώρα όλους τους ποιητές «μου». Θα τους βλέπετε έναν έναν να εμφανίζονται στη δεξιά στήλη κάθε ιστολογίου με απόλυτη αλφαβητική σειρά βάσει του επωνύμου τους.

Όπως καταλαβαίνετε, έχουμε δρόμο μακρύ μπροστά μας… καλά να ‘μαστε όλοι και όρεξη να ‘χουμε να διαβάζουμε τους στίχους, τους ποιητές, τους ανθρώπους γύρω μας.

Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω ό,τι πιο ακριβό έχω: τους πιο «δικούς» μου ανθρώπους στον κόσμο… τους ποιητές που αγάπησα.

Βίκυ Παπαπροδρόμου
Οκτώβρης 2008

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Τίτλος ιστολογίου

α. Θεσσαλονίκη: τα ανατολικά βυζαντινά τείχη [φωτογρ. Γιώργος και Γιάννης Ζαρζώνης, Εκδόσεις Ζαρζώνη]
β. Απέλιπεν Θεός πρίγκηπα Αλέξιον: η φράση αποτελεί τίτλο δοκιμίου του Θέμη Λιβεριάδη στο βιβλίο του Προχωρώντας στο διάδρομο, εκδόσεις Αρμός (2002) [πηγή: Translatum]

Αρχείο

Kατηγορίες

Σημείωσε τη διεύθυνσή σου για να γίνεις μόνιμος αναγνώστης του ιστολογίου και να ενημερώνεσαι μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για κάθε νέα δημοσίευση.

Μαζί με 1.066 ακόμα followers

Στατιστικά

  • 12,095 hits

Πνευματικά δικαιώματα

Creative Commons License
Poetry of Thessaloniki: Anthology by Vicky Papaprodromou is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.
Based on a work at www.translatum.gr.

Αρέσει σε %d bloggers: